At Mariza Kaili Law Office in Nicosia, Cyprus, we provide trusted and results-driven legal services across a wide range of practice areas.

info@mklaw.cy

+357 96 719 083

Ποινική Ευθύνη Ενοικιαστή μετά τον Τερματισμό Ενοικίασης

Ποινική Ευθύνη Ενοικιαστή μετά τον Τερματισμό Ενοικίασης

Ποινική Ευθύνη Ενοικιαστή μετά τον Τερματισμό Ενοικίασης – Ανάλυση απόφασης Εφετείου (άρθρο 281 ΠΚ)

Η πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην Ποινική Έφεση 94/2022 CCSRE REAL ESTATE COMPANY LTD v. ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΜΕΝΕΛΑΟΥ σηματοδοτεί μια ουσιαστική μεταβολή στη νομική αντίληψη, που επικρατούσε μέχρι πρόσφατα γύρω από τις ενοικιάσεις ακινήτων στην Κύπρο. Η σημασία της απόφασης έγκειται κυρίως στον τρόπο, με τον οποίο το Δικαστήριο επαναπροσδιορίζει τη νομική φύση της παραμονής ενός ενοικιαστή σε ένα ενοικιαζόμενο υποστατικό μετά τον τερματισμό της ενοικίασης από τον ιδιοκτήτη του.

Η απόφαση αυτή κρίνεται ορόσημο, καθώς επανακαθορίζει τις ισορροπίες στις σχέσεις μεταξύ ιδιοκτητών και ενοικιαστών. Διαχρονικά, η παραμονή σε ένα ενοικιαζόμενο ακίνητο μετά τη λήξη ή τον τερματισμό της ενοικίασης αντιμετωπιζόταν ως ζήτημα, που ανήκε στον πυρήνα των αστικών διαφορών και ο ιδιοκτήτης καταχωρούσε Αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο ή στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, αναλόγως της περίπτωσης. Το Εφετείο, χωρίς να αναιρεί την ύπαρξη και σημασία αστικών αξιώσεων μεταξύ των μερών, εισάγει πλέον μια κρίσιμη διαφοροποίηση, ξεκαθαρίζοντας ότι από τη στιγμή που παύει να υφίσταται η συναίνεση του ιδιοκτήτη, η συνέχιση της κατοχής μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να συνιστά και ποινικό αδίκημα.

Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης CCSRE Real Estate v. Menelaou

Το 2013, ο Κατηγορούμενος ενοικιαστής συνήψε σύμβαση ενοικίασης με την τότε ιδιοκτήτρια του ακινήτου για περίοδο ενός έτους, με μηνιαίο ενοίκιο ύψους €500. Ο ενοικιαστής κατέβαλε τα συμφωνηθέντα ενοίκια μέχρι την 1.3.2014, έκτοτε όμως έπαυσε να καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό και, παρόλο που δεν προχώρησε σε ανανέωση της μίσθωσης, όπως ήταν το συμβατικό του δικαίωμα, συνέχισε να διατηρεί την κατοχή του ακινήτου.

Περί το έτος 2016, το ακίνητο μεταβιβάστηκε στο όνομα της Παραπονούμενης Εταιρείας. Η νέα ιδιοκτήτρια απέστειλε περί το 2018 επιστολή προς τον ενοικιαστή, με την οποία αφενός απαιτούσε την καταβολή των καθυστερημένων ενοικίων και αφετέρου τον προειδοποιούσε ότι, σε περίπτωση μη εξόφλησης, θα προχωρούσε σε τερματισμό της ενοικίασης. Ο ενοικιαστής αμφισβήτησε την ύπαρξη οφειλής και προέβαλε ισχυρισμούς περί παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων εκ μέρους της ιδιοκτήτριας.

Ακολούθως, περί το 2019, η ιδιοκτήτρια απέστειλε νέα επιστολή, με την οποία τερμάτιζε ρητώς την ενοικίαση και απαιτούσε την εκκένωση και παράδοση του ακινήτου μέχρι συγκεκριμένη ταχθείσα προθεσμία. Με μεταγενέστερη επιστολή παραχωρήθηκε παράταση της προθεσμίας αυτής. Μετά τη λήξη της παράτασης, εκπρόσωπος της ιδιοκτήτριας επισκέφθηκε το ακίνητο, όπου και διαπίστωσε ότι ο ενοικιαστής αρνείτο και/ή δεν προτίθετο να παραδώσει ελεύθερη και κενή κατοχή του υποστατικού.

Η ιδιοκτήτρια προχώρησε σε καταχώριση ποινικής υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου/Ενοικιαστή για το αδίκημα της ‘κατοχής γης εγγεγραμμένης επ’ ονόματι άλλου προσώπου χωρίς τη συναίνεση του’ κατά παράβαση του άρθρου 281(1)(α) του Ποινικού Κώδικα (ΚΕΦ.154). Το Επαρχιακό Δικαστήριο αθώωσε τον Κατηγορούμενο Ενοικιαστή, διαπιστώνοντας ότι εφόσον ο Ενοικιαστής απέκτησε κατοχή του υποστατικού δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου, δεν βρέθηκε αυθαίρετα να το κατέχει αλλά ούτε και ο τερματισμός της σύμβασης οδηγούσε στο ότι η συναίνεση στην κατοχή του άρθηκε από τον ιδιοκτήτη. Κατά της πιο πάνω πρωτόδικης απόφασης, η ιδιοκτήτρια άσκησε έφεση.

Η απόφαση του Εφετείου για την ποινική ευθύνη ενοικιαστή μετά τον τερματισμό ενοικίασης

Το Εφετείο, σε αντίθεση με την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, δεν επικεντρώθηκε στο γεγονός ότι η αρχική κατοχή του ακινήτου αποκτήθηκε νόμιμα δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου, αλλά στη νομική σημασία και συνέπεια της ανάκλησης της συναίνεσης του ιδιοκτήτη μετά τον τερματισμό της ενοικίασης.

Ειδικότερα, το Εφετείο έκρινε ότι  η συναίνεση του ιδιοκτήτη για την κατοχή του ακινήτου δεν αποτελεί στατικό ή αμετάβλητο στοιχείο, αλλά δύναται να ανακληθεί, όταν ο ιδιοκτήτης προβαίνει σε ρητό τερματισμό της ενοικίασης και απαιτεί την παράδοση της κατοχής εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Από το χρονικό αυτό σημείο και εφεξής, η συνέχιση της παραμονής του ενοικιαστή στο υποστατικό δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τελεί με τη συναίνεση του ιδιοκτήτη.

Περαιτέρω, με αναφορά και σε προηγούμενη νομολογία, το Εφετείο επεσήμανε ότι το αδίκημα του άρθρου 281(1)(α) του Ποινικού Κώδικα είναι συνεχές και ότι, εφόσον η ενοικίαση είχε «ρητά και σαφώς τερματιστεί» και είχε ζητηθεί η παράδοση του ακινήτου, η συνεχιζόμενη κατοχή από τον ενοικιαστή λάμβανε χώρα χωρίς συναίνεση. Οποιαδήποτε διαφορετική ερμηνεία, κατά το Δικαστήριο, θα οδηγούσε σε καταστρατήγηση του σκοπού του νομοθετήματος.

Άρθρο 281 Ποινικού Κώδικα: Πότε η παραμονή ενοικιαστή συνιστά ποινικό αδίκημα

Αναντίλεκτα, η Εφετειακή απόφαση στηρίχθηκε στην ερμηνεία και εφαρμογή του σχετικού άρθρου 281(1)(α) του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154), το οποίο προβλέπει ως εξής:

«281.-(1) Όποιος κατέχει, καλλιεργεί, νέμεται ή χρησιμοποιεί με οποιοδήποτε τρόπο-

(α) γη εγγεγραμμένη επί ονόματι άλλου

[……….]

χωρίς τη συναίνεση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη […….], είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης μέχρι και πέντε (5) έτη ή σε χρηματική ποινή μέχρι τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.

(2) Οι διατάξεις του άρθρου 8 δεν εφαρμόζονται σε ποινική δίωξη που ασκήθηκε δυνάμει του άρθρου αυτού, εκτός αν ο κατηγορούμενος αποδείξει με τέτοιο τρόπο που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι αυτός αγόρασε ή απέκτησε από διανομή, ανταλλαγή, αιτία θανάτου ή λόγω γάμου τη γη αυτή από τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη ή από τους κληρονόμους του».

Από το γράμμα της πιο πάνω διάταξης, αλλά και από τη νομολογία στην οποία αναφέρθηκε το Εφετείο, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος απαιτείται η συνδρομή τριών βασικών συστατικών στοιχείων:

  1. Ύπαρξη κατοχής, χρήσης ή εκμετάλλευσης του ακινήτου από τον Κατηγορούμενο/ Ενοικιαστή.
  2. Το ακίνητο να είναι εγγεγραμμένο επ’ ονόματι άλλου προσώπου.
  3. Απουσία συναίνεσης του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη για τη συγκεκριμένη κατοχή ή χρήση του ακινήτου.

Στην παρούσα υπόθεση, τα δύο πρώτα συστατικά στοιχεία δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης. Ήταν αδιαμφισβήτητο ότι ο κατηγορούμενος ενοικιαστής κατείχε και χρησιμοποιούσε το ακίνητο και ότι αυτό ήταν εγγεγραμμένο επ’ ονόματι της Παραπονούμενης εταιρείας. Η έφεση επικεντρώθηκε, συνεπώς, αποκλειστικά στο τρίτο συστατικό στοιχείο, ήτοι στο ζήτημα της ύπαρξης ή μη συναίνεσης της ιδιοκτήτριας.

Επί του σημείου αυτού, το Εφετείο έκρινε ότι, από τη στιγμή που η ενοικίαση είχε ρητά και σαφώς τερματιστεί και είχε ζητηθεί η παράδοση της κατοχής, δεν υφίστατο πλέον συναίνεση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη για τη συνέχιση της κατοχής του ακινήτου από τον ενοικιαστή. Ως εκ τούτου, το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος πληρούνταν, γεγονός που διαφοροποίησε καθοριστικά την εφετειακή κρίση από την πρωτόδικη απόφαση.

Σημειώνεται ότι το άρθρο 281 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει και περιορισμένες εξαιρέσεις από την ποινική ευθύνη, όπως ρητά καθορίζονται στην παράγραφο (2). Ειδικότερα, δεν στοιχειοθετείται ποινικό αδίκημα όταν ο κατηγορούμενος αποδείξει ότι απέκτησε το ακίνητο από τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη ή τους κληρονόμους του με νόμιμο τρόπο.

Διαχωρισμός ποινικής και αστικής διαδικασίας

Ένα από τα πλέον καθοριστικά σημεία της απόφασης είναι η σαφής και αυστηρή διάκριση, που το Εφετείο θέτει μεταξύ ποινικής και αστικής διαδικασίας. Το Δικαστήριο κατέστησε σαφές ότι, στο πλαίσιο ποινικής δίωξης δυνάμει του άρθρου 281(1)(α) του Ποινικού Κώδικα, το πεδίο της κρίσης περιορίζεται αποκλειστικά στη συνδρομή των πιο πάνω αναφερόμενων συστατικών στοιχείων του αδικήματος και, δη στο καίριο ερώτημα κατά πόσον, κατά τον κρίσιμο χρόνο, υφίστατο ή όχι συναίνεση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη για τη συνέχιση της κατοχής του ακινήτου.

Ζητήματα, που αφορούν την ορθότητα ή τη νομιμότητα του τερματισμού της ενοικίασης, δεν αποτελούν αντικείμενο εξέτασης στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας, αλλά εξετάζονται αυτοτελώς στο πλαίσιο της αστικής δικαιοδοσίας. Υπό το πρίσμα αυτό, η ύπαρξη ή η προώθηση αστικής διαδικασίας δεν λειτουργεί ως ανασταλτικός παράγοντας και δεν αποκλείει την ποινική ευθύνη ενός Ενοικιαστή, εφόσον διαπιστωθεί ότι η κατοχή του ακινήτου συνεχίζεται χωρίς τη συναίνεση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη του.

Πρακτικές επιπτώσεις της απόφασης για ιδιοκτήτες και ενοικιαστές

Από την πλευρά των ιδιοκτητών ακινήτων, η απόφαση του Εφετείου συνιστά ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη, καθώς ενισχύει ουσιαστικά την ασφάλεια δικαίου και την προστασία της κατοχής μετά τον τερματισμό μιας ενοικίασης. Η νομολογία αυτή αποσαφηνίζει ότι, από τη στιγμή που η ενοικίαση έχει ρητά τερματιστεί και έχει ζητηθεί η παράδοση του ακινήτου, η συνέχιση της κατοχής από τον ενοικιαστή δεν αποτελεί πλέον ζήτημα απλής αστικής διαφοράς, αλλά δύναται, υπό προϋποθέσεις, να ενέχει και ποινικές συνέπειες. Η προσέγγιση αυτή παρέχει στους ιδιοκτήτες ένα σαφές και αποτελεσματικό νομικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση περιπτώσεων παρατεταμένης και αδικαιολόγητης παραμονής σε ενοικιαζόμενα υποστατικά, περιορίζοντας πρακτικές καθυστέρησης ή εκμετάλλευσης, που συχνά συνδέονται με τη χρονοβόρα φύση της αστικής διαδικασίας. Παράλληλα, ενισχύεται η προστασία του ιδιοκτησιακού δικαιώματος, αφού το άρθρο 281 του Ποινικού Κώδικα λειτουργεί ως μηχανισμός άμεσης διαφύλαξης του δικαιώματος κατοχής του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη.

Από την πλευρά των ενοικιαστών, η απόφαση του Εφετείου εγείρει ουσιαστικούς προβληματισμούς ως προς τις πρακτικές της συνέπειες. Ιδίως, καθίσταται σαφές ότι ακόμη και ενοικιαστές, οι οποίοι προβάλλουν βάσιμα παράπονα ή διαθέτουν ουσιώδεις αστικές αξιώσεις εναντίον του ιδιοκτήτη, εκτίθενται πλέον σε ποινικό κίνδυνο, εφόσον παραμένουν στο ακίνητο μετά τον τερματισμό της ενοικίασης χωρίς τη συναίνεση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη. Στο κυπριακό νομικό πλαίσιο, η ποινική διάσταση ενεργοποιείται πλέον και σε βάρος ενοικιαστών, που συνεχίζουν να κατέχουν το ενοικιαζόμενο υποστατικό μετά τον τερματισμό, ανεξαρτήτως της ύπαρξης ή μη αστικής διαφοράς. Δεν μπορεί, τέλος, να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η απόφαση αυτή να επιφέρει αποτρεπτικό αποτέλεσμα, οδηγώντας ενοικιαστές σε πρόωρη ή ακόμη και αδικαιολόγητη εκκένωση ακινήτων, προκειμένου να αποφύγουν τον κίνδυνο ποινικής δίωξης ή τη δημιουργία ποινικού μητρώου. Η εξέλιξη αυτή καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη έγκαιρης και ορθής νομικής καθοδήγησης, τόσο για ιδιοκτήτες όσο και για ενοικιαστές, στο στάδιο του τερματισμού μιας ενοικίασης.

Συμπεράσματα: Ποινική ευθύνη ενοικιαστή μετά τον τερματισμό ενοικίασης

Σε πρακτικό επίπεδο, η εφετειακή αυτή απόφαση μεταβάλλει ουσιωδώς το πλαίσιο διαχείρισης περιπτώσεων παραμονής σε ένα ενοικιαζόμενο υποστατικό μετά τον τερματισμό της ενοικίασης. Οι ιδιοκτήτες ακινήτων δεν περιορίζονται πλέον αποκλειστικά στις χρονοβόρες αστικές διαδικασίες για την αποκατάσταση της κατοχής τους, αλλά διαθέτουν ένα πρόσθετο νομικό εργαλείο σε περιπτώσεις όπου η κατοχή του ακινήτου συνεχίζεται χωρίς συναίνεση. Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει άμεσα τη συμπεριφορά των συμβαλλομένων και περιορίζει πρακτικές καθυστέρησης, που στο παρελθόν αντιμετωπίζονταν αποκλειστικά σε αστικό επίπεδο.

Η απόφαση επαναφέρει τη σημασία της ποινικής διάστασης ως συμπληρωματικού μηχανισμού έννομης προστασίας. Υπενθυμίζει, με τρόπο σαφή, ότι η συνέχιση της κατοχής χωρίς τη συναίνεση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη δεν εξαντλείται σε συμβατικό ζήτημα, αλλά μπορεί, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 281 του Ποινικού Κώδικα, να αποκτήσει και ποινικό χαρακτήρα.

Mariza Kaili
info@exarsis.com